Διήγημα του Βασίλη Ρούβαλη για το “Ρεσάλτο”

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Όπως εξηγεί ο ίδιος ο ποιητής – δημοσιογράφος: “Με αφορμή την Εθνική Επέτειο της Επανάστασης, ένα διήγημα προ τριετίας αποτυπώνει μία πτυχή -από τις πολλές, άλλωστε- του γεγονότος που σήμερα αποκαλείται «Ρεσάλτο» στο Κάστρο της Κορώνης. Δεν είναι μια πράξη ευαγούς ηρωισμού η οποία στέφθηκε από δάφνες, το αντίθετο. Αφορά μια αποτυχημένη προσπάθεια των απλών ανθρώπων που πίστεψαν ένα πατριωτικο αφήγημα, αλλά προδόθηκαν από τους ίδιους τους «εμπνευστές» του. Στ’ επίπεδο των σύγχρονων λογοτεχνικών ζυμώσεων, το διήγημα μπορεί να διαβαστεί παράλληλα με την πρόσφατη κουβέντα για τη χρήση διαλεκτικών στοιχείων στην κατατιθέμενη πεζογραφία ή ποίηση. Κρίνοντας αστείες τις επιχειρηματολογίες, ας ειπωθεί εδώ ότι η γλώσσα είναι μία, ο λογοτέχνης την πλάθει και την αξιοποιεί στο έπακρο. Το διήγημα αφιερώνεται στον παππού Γιάννη Μάραντο, εμπνευστή κατοπινών σπουδών και συγγραφών γύρω από την Ιστορία, τη λογοτεχνία, τον τόπο αυτόν και την ολοζώντανη λαλιά του, αλλά και για τον πρόγονό μας ετούτον”.

“Εν φρουρίω Κορώνης, Φεβρουαρίου δεκατρείς, εν έτει 1824, ενταύθα

ΕΤΣΙ ΠΟΥ ΣΕ ΜΕΛΕΤΑΓΑ, απομεσήμερο φλεβαριάτικο, ένα ψιθύρισμα από τις μελίστρες ψηλά στο Κάβο Γκάλλο, μου ’σωσε μοιρολόγι ακουστό, γνώριμο για του ρεσάλτου την πιθυμία σου. Δεν το νογάει κανείς, δεν τ’ αγρικάει, κι ούτε το παντεχαίνει ο μαΐστρος απού ζαράρει πομπιεμένος στης Μοθώνης το διάσελλο…

Εσύ ’σαι ο νειός ο Κωσταντής, τ’ άτρομο παλικάρι, π’ εδιάκαες στο στρατώνι γλήγορα, με τα λιόφτα σου σταυρωμένα, με γλίνα, σπαρτά και ζάγκινα, ανάκατα στο βλέμμα και στον νου σου. Ορμήνια μπιστική του Καράπαυλου του πατριώτη άκουσες, της Τυροφάγου στα ριζά του κάστρου μπονόρα να μαζευτούτε -Σαρατσώτες, Κορωναίοι, Χαρακοπιαδίτες, Βουναραίοι, Βασιλιτσώτες- ούλοι απάνω στους Τούρκους να ριχτούτε.

Κοκολογιόσαντε οι κυράδες κ’ οι δυχατέρες τους, κοντοστεκόντανε οι σκατογένηδες αυτοί στην Αγια-Σοφιούλα μας και στον Αη Ρόκκο. Και με τη λαλιά του μουεζίνη μαγαρίζανε και με την ασκήμια τους την πολεμική ρουπώνανε, απάνου, τ’ ωριού κάστρου την κορφή. Αχάραγα εσκαπέτησες, νταμαχιάρικο παιδί, των Μαρανταίων γαίμα˙ απεκεί ντουφέκησες τον πρώτο στ’ αγνάντιο σου αζάπη οχτρό, βάνοντας σήμα στ’ αλλουνούς το πορτόνι ν’ ανοίξουν, να σιάξουν με το σπαθί την οργή μέσα στη βαμμένη νύχτα.

Κ’ ύστερα, σ’ ήγλεπα εκεί στο βαρικό, στις γαλατσίδες και στα λιοφτάκια ανάμεσα, λουμώνοντας μέσα στη γράνα να τρέμεις. Δεν κιότεψες. Και πάλι δεν πρόκανες την μπαλωτιά του διώκτη σου καβαλάρη… Ανάλλαγο σε σκέπασα με δέμπλες και με χώμα. Έκειωσα, απόστασα την κονταυγή, μετά σου τραγουδούσα:

«Εφτού που πας, παιδάκι μου, κι εφτού που θέλ’ αράξεις,

μην δεις τους μαύρους και σκιαχτείς, τους άραχλους και φύγεις

τους μαύρους θα ’χεις συντροφιά, τους άραχλους κουβέντα»”.

—Σημείωση: Το «Ρεσάλτο» είναι η απόπειρα κατάληψης του κορωναίικου κάστρου, που θα συνεπαγόταν αντίστιξη στην επερχόμενη απόβαση του Ιμπραήμ Πασά στη Μεθώνη. Ο πρόγονος του υπογράφοντος, Κωνσταντής Μάραντος, συμμετείχε στη μάχη, διέφυγε προσωρινά, αλλ’ εκτελέστηκε από την τουρκική φρουρά στην κοντινή περιοχή της Φανερωμένης. Το μοιρολόι είναι τοπικό, καταγεγραμμένο. βλ. Ταρσούλη, Γεωργία. (1990). “Μωραΐτικα τραγούδια” (Κορώνης και Μεθώνης). Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας.